Στο έμπα της Σκάλας Πολιχνίτου, ο επισκέπτης βρίσκεται σήμερα με την πρώτη ματιά, με την πρώτη γνωριμία, σ’ ένα τρίστρατο που έχει αποτυπωμένη την ιστορία του τόπου στις ερειπωμένες ανθρώπινες κατασκευές, οι οποίες με το θλιμμένο τους ύφος περιμένουν στωικά την ολοκληρωτική απομάκρυνσή τους, για να επιβεβαιωθεί κι εδώ πως τα πάντα περνούν και φεύγουν και συνεχώς ανανεώνονται.

 

Από τη μια κι από την άλλη, στην αρχή του παραλιακού δρόμου, δυο ακατοίκητα κτήρια, με κρεμασμένα τα ξύλινα παραθυρόφυλλά τους, τις πόρτες κομματιασμένες, τις στέγες βουλιαγμένες, τους τοίχους γυμνούς απ’ τους πεσμένους σοβάδες, διηγούνται ιστορίες για εμπόρους και εμπορεύματα, για καϊκτσήδες κι αραγμένα καΐκια, για ανθρωπομάνι και πάρε-δώσε, για τη ζωή όπως ήταν τότε. Κι απέναντί τους, στην αριστερή γωνία, στέκεται ακόμα η μαρμάρινη βρύση με τις δυό της όψεις, στεγνή τώρα και λυπημένη, γιατί της στέρησαν τη χαρά να ξεδιψά τους διαβάτες, να ξεπλένει το αλάτι από τα χέρια και τα πρόσωπα των ψαράδων και να γεμίζει τα ξύλινα νεροβάρελα των καϊκιών.

 

Ανάμεσα σ’ αυτά και προς τη θάλασσα, είναι ένας χώρος σα μικρή πλατεία, τσιμεντοστρωμένος, μέχρι το μουράγιο του λιμανιού. Ήταν κάποτε αμμουδιά σ’ αυτό το μέρος, πριν φτιαχτεί το λιμάνι και σκεπαστεί ο τόπος με τσιμέντο, για να …μορφύνει! Ήταν αμμουδιά σκεπασμένη με πελεκούδια και ροκανίδια, με βάζια* και φαλάγγια*, με ένα πυρομάχι και πάνω του ένα ντενεκέ με μαύρο κατράμι, για το παλάμισμα* των πλεούμενων, με ένα πάγκο για το δούλεμα των ξύλων, με μια σανίδα στηριγμένη σε ένα γερό στήριγμα, για να χρησιμεύει για πριονιστήριο. Ένας εργάτης από πάνω κι ένας από κάτω δούλευαν το μεγάλο πριόνι κι έκοβαν τα χοντρά ξύλα, για την καρίνα, για τα ποδοστήματα*, για τα στραβόξυλα και τις κουπαστές. Στην άκρη μια ξύλινη παράγκα ήταν για τη φύλαξη των εργαλείων. Κι όλ’ αυτά τα σκέπαζε στοργικά μια μεγάλη τζιτζιφιά και προστάτευε ξύλα κι εργαζόμενους με τον ίσκιο της. Ήταν ο ταρσανάς του μπάρμπα Χαράλαμπου του Καζαμία, που γέμισε τη θάλασσα με όμορφα  καλοτάξιδα περάματα.

 

Είχε μαθητεύσει στα Μοσχονήσια ο Χαράλαμπος Καζαμίας ή Γρηγορίου, όπως ήταν το πραγματικό του επίθετο, εκεί που στα χρόνια της τουρκοκρατίας δούλευε ναυπηγείο με εξειδίκευση σ’ αυτού του είδους τα σκάφη. Έβγαιναν απ’ εκεί περάματα, καΐκια μέχρι και εκατό τόνων, με ένα και δυό κατάρτια, ιστιοφόρα, με μπαστούνι* και φλόκους*, με μεγάλα τραπεζοειδή πανιά, ένα στο κάθε κατάρτι, τράτες με την περίεργη όψη τους και ψαρόβαρκες με κουπιά και πανιά. Ήταν τα σκαριά αυτά με οξεία πλώρη και πρύμνη και τα ποδοστήματά τους κατέληγαν σε χαρακτηριστική μυτερή γκάγκα*. Τα περάματα που έβγαιναν από τον ταρσανά του Καζαμία ήταν γνήσια, καθαρόαιμα αιγαιοπελαγίτικα σκαριά, δοκιμασμένα πλεούμενα στις φουρτούνες και στον κυματισμό του Αιγαίου. Ερχόταν κατευθείαν από την αρχαία Ελλάδα. Ήταν τα περάματα (πορθμεία), που έκαναν τη σύνδεση των νησιών και των ακτών του Αιγαίου κι είχαν ταχύτητα με πανιά και ευστάθεια στον αιγαιοπελαγίτικο κυματισμό. Τα καΐκια μέχρι τα χρόνια του πολέμου και κανά δυό δεκαετίες ακόμα, διεκπεραίωναν το εμπόριο του Αιγαίου και οι τράτες, με τη χαρακτηριστική τους πλώρη, είχαν την αποκλειστικότητα σ’ αυτού του είδους το ψάρεμα κι έγιναν σήμα κατατεθέν στις συσκευασίες των αλίπαστων. Το εμπορικό σκάφος οι Βενετοί το τροποποίησαν ελαφρά και το ονόμασαν μπρατσέρα. Το όνομα αυτό είναι όμως δάνειο από την ελληνική λέξη βραχίων, που την έκαναν μπράτσο και την χρησιμοποίησαν –ποιος ξέρει γιατί- και στο πλεούμενο.

 

Στο καρνάγιο του Καζαμία, στη Σκάλα Πολιχνίτου, δεν σκάρωναν μεγάλα καΐκια, γιατί και ο χώρος δεν ήταν αρκετός και ζήτηση δεν υπήρχε. Τα σκαριά του ήταν ψαράδικα, διχτυάρικα και τράτες. Οι ναυπηγικές δυνατότητες κάλυπταν μόνο τον κόλπο Καλλονής κυρίως τα λιμάνια της Σκάλας Πολιχνίτου και της Σκάλας Καλλονής. Τα σκαριά βρισκόταν βέβαια και σε άλλα λιμάνια του νησιού, αλλά εκεί έφθαναν από μεταπώληση. Ψαρόβαρκες αυτού του τύπου δεν υπήρχαν σε κανένα άλλο λιμάνι της Ελλάδας. Εποχιακά μόνο εμφανίζονταν τα πολιχνιάτικα ψαροκάικα σε λιμάνια της βόρειας Ελλάδας και γίνονταν αξιοθέατο. Αυτό έδειχνε και τις δυνατότητες του σκαριού, το οποίο μπορούσε να διαπλεύσει το Αιγαίο με άνεση και καμιά φορά έμφορτο, όπως στα χρόνια της κατοχής. Φόρτωναν τότε τα περαματάκια του Πολιχνίτου, κρυφά απ’ τους Γερμανούς, λάδι που το πήγαιναν στην Μακεδονία και γύριζαν κατάφορτα με πολύτιμο σιτάρι. Έσωσαν τότε το χωριό μας από την πείνα τα καρυδότσουφλα του μπάρμπα Χαράλαμπου.

 

Όσα σκαφάκια σκάρωσε τότε ο γέρο Καζαμίας, ήταν κατασκευές για ιστιοφόρα. Το πλεούμενο στενόμακρο, είχε βύθισμα για ευστάθεια και μάγουλα στην πλώρη, για να αντέχει στο ζόρισμα των πανιών. Με αυτά τα χαρακτηριστικά η ιδιότυπη ιστιοφορία με άλμπουρο* και αντένα* ήταν άνετη και αποδοτική. Το άλμπουρο το κρατούσε η σκάτζα* πάνω στο σοτρόπι* και τα δυο μπρατσόλια* της πλώρης. Ο στάτζος (φλόκος*) δενόταν απ’ την κορφή του καταρτιού και τη γκάγκα του πλωριού ποδοστήματος. Έτσι μ’ αυτή την αντιστήριξη το άλμπουρο αποκτούσε σταθερότητα, για να μπορεί να δεχτεί και να αντέξει και το μεγάλο πανί, που πιανόταν πάνω του με την μικρή πλευρά του κι άνοιγε με την αντένα, που απ’ την μια μεριά στερεωνόταν στη γωνία που έκαναν το άλμπουρο με τα μπρατσόλια κι απ’ την άλλη δεχόταν την άκρη της μεγάλης πλευράς του πανιού, ενώ η άλλη άκρη ήταν η σκότα*, που δενόταν στο κατασκότι* της πρύμνης.

 

Μ’ αυτό τον εξοπλισμό, το ψαράδικο ιστιοφόρο περαματάκι του μπάρμπα Χαράλαμπου Καζαμία ήταν ικανό να πάρει μέρος και σε ιστιοπλοϊκούς αγώνες. Μπορούσε να ταξιδεύει όρτσα* και γεμάτα* κι αν χρειαζόταν, να πηγαίνει σχεδόν στο μάτι του αγέρα. Ήταν σκαρί για τις ανάγκες των ψαράδων, που έβγαζαν το αλμυρό ψωμί τους δίχως μηχανές και πετρέλαια. Τότε που η ναυτοσύνη και η ναυπηγική σε αγαστή συνεργασία δούλευαν για να δαμάσουν τα στοιχειά της φύσης.

 

Μεταπολεμικά τα πράγματα άλλαξαν σιγά-σιγά. Γύρεψαν το χώρο τους οι μηχανές, που εκτόπισαν τα πανιά και τα κουπιά. Τώρα η δουλειά γίνεται πιο εύκολα και τα στοιχειά τιθασεύονται με τις μηχανές πιο αποτελεσματικά. Έτσι ένα-ένα τα ψαράδικα περαματάκια αφήνουν τα πανιά και τοποθετούν στο κύτος τους μηχανάκια εσωλέμβια. Τα δίχτυα γίνονται πλαστικά κι επειδή δεν έχουν ανάγκη από βαψίματα και στεγνώματα, μπορούν να πληθύνουν. Στο ψαράδικο στενόμακρο σκαφάκι τα πράγματα δυσκολεύουν. Χρειάζονται χώροι. Τη λύση δίνει τώρα ένας άλλος Καζαμίας, ο Γρηγόρης, ο γυιός και διάδοχος του μπάρμπα Χαράλαμπου. Άξιος διάδοχος, καλός μάστορας, αφού κατάλαβε έγκαιρα τις ανάγκες της εποχής μας. Έτσι το «περαματάκι» γίνεται τώρα «πέραμα», που δεν προβληματίζεται πώς θα πετύχει την ταχύτητα με τον αγέρα αλλά με τη μηχανή. Το σκάφος τώρα παίρνει φάρδος, για να έχει μεγάλη κουβέρτα, να χωρούν τα πολλά δίχτυα. Η πλώρη φαρδαίνει στο επάνω μέρος, στις κουπαστές, αλλά αφαιρούνται τα μάγουλα στα ύφαλα. Η μηχανή δεν δίνει πιέσεις εκεί, αλλά στο πίσω μέρος, που καθίζει την πρύμνη με την ταχύτητα. Ενισχύονται λοιπόν τα ύφαλα της πρύμνης, για να έχει μεγαλύτερη άνωση και να αντιμετωπίζεται το βάρος της μηχανής, αλλά και η άνωση της πλώρης από την ταχύτητα. Τα καινούργια μηχανοκίνητα σκαριά είναι δουλειά του Γρηγόρη Καζαμία και τα δείγματα που σώζονται ακόμα, είναι καταπληκτικά.

 

Ο ταρσανάς στη Σκάλα Πολιχνίτου δεν εκσυγχρονίστηκε με μηχανήματα, γιατί δεν υπήρχαν δυνατότητες στο χώρο, ούτε διαφαίνονταν διαδοχή. Ωστόσο προφταίνει να σκαρώσει μερικά πανέμορφα σκάφη, που χαίρεται η θάλασσα, τα καμαρώνει το έμπειρο μάτι και τα απολαμβάνουν οι ιδιοκτήτες για την άψογη συμπεριφορά τους. Το 2009 έπεσε στη θάλασσα το τελευταίο πέραμα του Γρηγόρη Καζαμία. Ο ταρσανάς καθαρίστηκε από τα βάζια, τα φαλάγγια, τα πελεκούδια. Ο χώρος μπαζώθηκε, τσιμεντοστρώθηκε κι έγινε τμήμα του λιμανιού, που στο μουράγιο του δένουν τώρα πλαστικά σκαριά, ακαλαίσθητα, ψυχρά και άψυχα. Ανάμεσά τους ένα γέρικο πέραμα περιμένει υπομονετικά την απόσυρσή του. Έχει ζωή ακόμα πάνω του. Μπορεί να τα βάλει με το κύμα, μπορεί να υπηρετήσει σε όλες τις απαιτήσεις τον ιδιοκτήτη του, έχει χρόνια ακόμα. Γιατί λέγανε πως τα σκαριά του Καζαμία δεν παλιώνουν. Κι όμως η τύχη του είναι προδιαγεγραμμένη. Το σκάφος που δεν μπορεί πια να ξαναγίνει, θα αποζημιωθεί και θα κομματιαστεί με επίσημο πρωτόκολλο καταστροφής. Το μίσος είναι η χαρά των ολιγόμυαλων...

 

Η εποχή μας έχει κάνει τους ανθρώπους πεζούς, δίχως ευαισθησίες και συναισθήματα. Είναι λίγοι αυτοί που μπορούν να δουν χαρακτηριστικά της ζωής στα πλεούμενα, που μπορούν να διακρίνουν το διαφορετικό και χαρακτηριστικό ύφος, που έχει κάθε σκαρί. Αλλά παρ’ όλη τη σπανιότητά τους υπάρχουν. Κι απόδειξη είναι η φωτογραφία του περάματος που πήραμε από το ίντερνετ. Δυο γερμανοί που παραθέριζαν τακτικά στην Ερεσό κι ήξεραν τα ελληνικά, εκτίμησαν την ομορφιά και τις δυνατότητες του περάματος και θέλησαν να φτιάξουν ένα δικό τους. Ρώτησαν, έμαθαν κι ήρθαν στη Σκάλα, πριν από κανά δυο δεκαετίες, ψάχνοντας για τον ταρσανά και τον μάστορα.

 

Έτυχε να βρεθώ μπροστά στη σκηνή της συνάντησης με τον Γρηγόρη. Ο παροπλισμένος πια ναυπηγός, ενώ καμάρωνε που βρέθηκαν άνθρωποι να καταλάβουν την τέχνη του, αδυνατούσε να ικανοποιήσει τον πόθο τους. Όμως δειλά-δειλά, γιατί δεν πίστευε πως μπορούσε αυτό να γίνει, τους πρότεινε να σκαρωθεί το σκάφος στον ταρσανά του Τάκη Ψαραδέλλη στη Σκάλα Καλλονής κι ο ίδιος να διευθύνει τη ναυπήγησή του. Οι Γερμανοί συμφώνησαν και το αποτέλεσμα το βλέπουμε στη φωτογραφία. Είναι το τελευταίο δείγμα της τέχνης του ταρσανά του Καζαμία.

 

Σήμερα, απ’ ό,τι πληροφορηθήκαμε, βρίσκεται στην Κέα και ψυχαγωγεί τους τουρίστες. Έχει το όνομα «Σουλτάνα» και ο ιδιοκτήτης του το ανέβασε στο διαδίκτυο γιατί πιστεύει προφανώς πως αξίζει αυτής της τιμής. Το εξόπλισε και με πανί λατίνι* και βάλθηκε να το σεργιανίζει στο Αιγαίο, στη θάλασσα για την οποία φτιάχτηκε. Κι αυτό, όλο καμάρι για την προσοχή που του δείχνουν, ικανοποιεί όλε στις απαιτήσεις των αφεντικών του. Το σκάφος είναι υπολογισμένο για μηχανοκίνητο. Ωστόσο είναι θαυμαστό που αντέχει ένα τόσο μεγάλο πανί. Κανονικά ένα οποιοδήποτε άλλο σκαρί θα μπατάριζε απ’ τη μια μεριά που φουσκώνει το πανί. Η Σουλτάνα όμως δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Μένει ισορροπημένη δίχως να δείχνει πως υποφέρει από την πίεση του αγέρα. Το μεγάλο λατίνι το αισθάνεται σαν αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού της και σχίζει το κύμα καμαρωτή, σα να ξέρει από μόνη της πού πηγαίνει, σα να μη χρειάζεται τον καπετάνιο της, σαν είναι ζωντανή. Το σκαρί και με μια μόνο ματιά στη φωτογραφία, φαίνεται γεροφτιαγμένο, ικανό να παλέψει με φουρτούνες και απειλητικούς αγέρηδες, να αντέξει κατάρτια και αντένες. Ωστόσο δεν δείχνει βαρύ και δυσκίνητο. Ίσα-ίσα, σχίζει με άνεση το κύμα, γλυστρά ανάλαφρα στο νερό, δείχνει ικανό για ταχύτητα κι αυτά τα δένει αρμονικά με μια ρωμαλέα εντυπωσιακή σταθερότητα. Ταξιδεύει σαν μια επιβλητική ορθόστητη Σουλτάνα και την ίδια στιγμή δίνει την αίσθηση μιας δροσερής, χαριτωμένης, παιχνιδιάρας παιδούλας. Πώς μπόρεσε ο μάστρο Γρηγόρης όλ’ αυτά να τα βάλει σ’ ένα πλεούμενο;

 

Image removed.

Το «περαματάκι η Σουλτάνα» δεν είναι μόνο του Γρηγόρη. Οι αρετές που το χαρακτηρίζουν προστέθηκαν σιγά-σιγά και μέσα στους αιώνες της ναυπηγικής ιστορίας του Αιγαίου, από τις γενεές των μαστόρων που δούλεψαν το σκαρί. Οι ναυτικοί που έδεσαν τη ζωή τους με το πλεούμενο, έκαναν τις παρατηρήσεις τους. Οι μαστόροι κατάλαβαν και διόρθωσαν. Τα μαστορόπουλα έμαθαν κι έκαναν τις δικές τους καινοτομίες. Ο μπάρμπα Χαράλαμπος ο Καζαμίας τελειοποίησε τα περάματα, για να είναι ιστιοφόρα και κωπήλατα, κι ο τελευταίος μάστορας αυτού του σκαριού, ο Γρηγόρης Καζαμίας, είχε τη θλιβερή ατυχία να κλείσει πίσω του την πόρτα της θαυμάσιας τέχνης του. Πρόφτασε όμως να κάνει την τελευταία επέμβαση στο σκαρί: Το προσάρμοσε στην εποχή μας, το έκανε μηχανοκίνητο, αλλά με σεβασμό στη ναυπηγική παράδοση του Αιγαίου. Το περαματάκι η Σουλτάνα είναι ο αδιάψευστος μάρτυρας του ισχυρισμού μας.

 

Σήμερα ο ταρσανάς του Καζαμία στη Σκάλα Πολιχνίτου δεν υπάρχει πια. Στη θέση του απλώθηκε άψυχο, παγωμένο το χειμώνα, ζεματιστό το καλοκαίρι, τσιμέντο. Οι άνθρωποι έχουν άλλες σκοτούρες, έγιναν κι αυτοί άψυχοι, μηχανοκίνητοι. Μυρίζουν πετρέλαιο, έχουν γίνει κι αυτοί μηχανές. Δεν έχουν καλαισθησίες, έκοψαν τα πάρε-δώσε με την ομορφιά και την αρμονία. Γέμισαν λοιπόν το λιμάνι με πλαστικά σκάφη, που τα φτιάχνει με ένα καλούπι κάποιο εργοστάσιο. Και μένουν μόνο οι μνήμες στους πιο παλιούς….

 

Κάρφωνε τότε ο μπάρμπα Χαράλαμπος στο χώμα τα παλούκια, τα ζύγιαζε καλά με το αλφάδι και πάνω τους στέριωνε πρώτα την καρύνα από αγριόξυλο, να’ναι βαριά κι ανθεκτική. Καρύνα, λέξη βενετσιάνικη, αντιδάνειο όμως από το ελληνικό καρύϊνο, καρυδότσουφλο, που θύμιζε το σκάφος. Στέριωνε ύστερα μπροστά και πίσω το πλωριό και το πρυμιό ποδόστημα (πόδι+ίστημι) και αμέσως διαγραφόταν η πρόθεση ναυπήγησης σκάφους. Δυό όμοια στραβόξυλα στη μέση, τα πρώτα κόκκαλα του σκαριού, και οι πήχες που έδιναν το γάρμπος* σιγούρευαν την κατασκευή. Μέρα με τη μέρα και ώρα με την ώρα ύστερα συμπληρώνονταν τα στραβόξυλα κι έπαιρνε σουλούπι το σκαρί. Τα έδενε όλα μαζί πάνω στην καρίνα το σοτρόπι (ίσος+τρόπις-καρίνα) και οι αστραγαλιές (οστραγαλιές – όστρακον – οστούν = αστράγαλος) στα πλάγια. Στο πάνω μέρος το δέσιμο γινόταν με τις κουπαστές (κώπη+ίστημι). Συνεχιζόταν η δουλειά με τον σχηματισμό της πλώρης και της πρύμνης και με λέξεις και όρους πανάρχαιους, που έμειναν να λέγονται από τους μαστόρους ναυπηγούς, για να μας διαβεβαιώνουν πως η ναυπηγική στο Αιγαίο συνεχίστηκε αδιάλειπτα στο χρόνο, ολοκληρώνονταν η κατασκευή.

 

Η ναυπήγηση γινόταν στο ύπαιθρο και σε χώρο προσβάσιμο σε όλους. Έτσι όποιος περνούσε, στεκόταν, έβλεπε το κατασκευαζόμενο σκαρί (βυζαντινή λέξη εσχάριον, εσχάρα-σκάρα) απ’ το πλάι, πήγαινε με τρόπο διακριτικό στην πλώρη, έβλεπε τη μπροστινή κοψιά του, τα μπροστινά ύφαλα, ζύγιαζε και της πρύμνης τα γεμίσματα και κατά τις δυνατότητές του και το θάρρος που είχε με το ναυπηγό, ξεστόμιζε δισταχτικά την άποψή του: «Κάτου τα μάγλα είνι μπόλ’κα, ένι χρειγιάζουνταν τόσα. Ας γέμζις κουμάτ’ τη πρύμ’, μηχανή θα βάλ’». Τέτοιες και άλλες εύστοχες ή άστοχες παρατηρήσεις άκουγε ο ναυπηγός από έμπειρους ναυτικούς, που μετρούσε τη γνώμη τους και από άσχετους αυτοδιοριζόμενους συμβουλάτορες. Ήξεραν όμως ο μπάρμπα Χαράλαμπος κι ύστερα ο μάστρο Γρηγόρης, τι θα κρατούσαν και τι θα απέρριπταν, αλλά σ’ όλους κερνούσαν ένα χαμόγελο ακόμα και στα παιδιά, που με τις ώρες μερικά κάθονταν και παρακολουθούσαν το κοφτερό σκεπάρνι, να δίνει με μεγάλη τέχνη και προσοχή τις σωστές καμπυλότητες στα ξύλα ή την τσάπα να πελεκά ξεκολλώντας μεγάλα πελεκούδια από χοντρά ξύλα. Γιατί κανένα ξύλο στα καρνάγια δεν είναι ίσιο, όλα περνούν από το σταθερό χέρι του καραβομαραγκού με καλά υπολογισμένες σκερπανιές κι από το κοφτερό μάτι, που μπορεί να ζυγιάζει άσφαλτα τις κλίσεις και τις καμπυλότητες και να υπολογίζει τη μελλοντική συμπεριφορά τους στη θάλασσα, όχι μόνο όσο είναι καινούργιο το σκάφος, αλλά κι όταν παλιώσει και νεροπιεί.

 

Τέλειωνε κάποτε το σκαρί, έμπαιναν τα τελευταία πετσώματα κι άρχιζε το τραγούδι της ματσόλας*, για να καλαφατιστεί*, να κλείσουν οι αρμοί με βαμβάκι, να πιαστούν τα νερά. Ο ιδιοκτήτης του σκάφους αναλάμβανε ύστερα το στόλισμα με χρώματα λογιώλογιώ στα ζωνάρια του. «Άσπρα, κόκκινα,κιτρινα, μπλε…», ένα ακόμα πολύχρωμο, χαρούμενο, ελπιδοφόρο καραβάκι του Αιγαίου, με όνομα Αγιος Νικόλαος, Παντελής, Σουλτάνα… Κι όταν ετοιμάζονταν όλα καθώς έπρεπε, ερχόταν ο παπάς, έκανε τον Αγιασμό και το νεότευκτο σκάφος πάνω στα φαλάγγια, τις αρχαίες φάλαγγες, ήταν έτοιμο να γλυστρήσει στο νερό με τις ευχές του πλήθους, που παρακολουθούσε τη σκηνή, όπως τόσο ζωντανά μας την έδωσε ο Καρκαβίτσας…

 

Τα καινούργια πλεούμενα, όταν έπεφταν στο νερό, τότε μόνο έδειχναν να παίρνουν ζωή. Τότε φαινόταν οι δυνατότητές τους. Τότε φαινόταν το ύφος τους, ο χαρακτήρας τους, η προσωπικότητά τους. Τα περάματα που έβγαιναν από το καρνάγιο του Καζαμία, θαρρείς πως έβλεπαν τη θάλασσα με αγάπη, με ευγνωμοσύνη που τα δεχόταν πάνω της. Δεν έδειχναν φόβο, παρά σιγουριά πως το στοιχειό θα’ναι πάντα φιλικό μαζί τους. Κι ο παρατηρητής του σκάφους, έκπληκτος, ένιωθε πως κι αυτό τον κοίταζε και διέκρινε το ανεπαίσθητο, αυτάρεσκο χαμόγελό του. Ήταν κάποτε κάτι σκαριά, που λέγονταν περάματα και σκαρώνονταν μόνο στα Μοσχονήσια κι ύστερα από την απελευθέρωση του νησιού μας, μόνο στον ταρσανά του Καζαμία, στη Σκάλα Πολιχνίτου. Ήταν σκαριά στα μέτρα της θάλασσα του Αιγαίου κι ερχόταν η μαστοριά τους απ’ τα βάθη των αιώνων. Πήραν τα χαρακτηριστικά τους σιγά-σιγά, από μάστορα σε μάστορα για να φτάσουν στον τελευταίο, τον Γρηγόρη Γρηγορίου ή Καζαμία, που έδωσε την τελευταία σκερπανιά πριν να μπει κι αυτό το κομμάτι του πολιτισμού μας στο μουσείο της Ιστορίας.

 

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ

άλμπουρο = ο ιστός, το κατάρτι

αντένα = Η κεραία, χοντρό κοντάρι που στεριώνεται στο κατάρτι για να συγκρατεί και να κρατά ανοιχτό το πανί

βάζια = είδος ολκού αποτελούμενο από δυο χοντρά δοκάρια πάνω στα οποία τοποθετείται το πλοίο για ανέλκυση και καθέλκυση

γάρμπος = η κομψότητα

γεμάτα= θέση του πλοίου ως προς τον άνεμο ώστε τα πανιά να γεμίζουν αέρα. Πρύμα: με τον άνεμο πίσω. Ορτσα: με διεύθυνση προς τον άνεμο

γκάγκα = το επάνω άκρο του ποδοστήματος, η μύτη του πλοίου

καλαφατίζω= γεμίζω τους αρμούς του πλοίου με στουπί ή βαμβάκι για να επιτευχθεί η στεγανοποίηση

κατασκότι = μεταλλικό ή ξύλινο άγκιστρο για να δένεται η σκότα

• λατίνι = τριγωνικό πανί πάνω σε αντένα που συγκρατείται, στη μέση σχεδόν, απ’ το κατάρτι

ματσόλα = ξύλινο χοντρό σφυρί για καλαφάτισμα

μπαστούνι = δοκός που εξέχει στην πλώρη για την επιμήκυνση του φλόκου

μπρατσιόλα = γερά δοκάρια δεξιά και αριστερά στο τέλος της πλώρης, για να στηρίζεται το κατάστρωμα και να συγκρατείται το κατάρτι

παλάμισμα = η κάλυψη των υφάλων του πλοίου με συντηρητικό

ποδόστημα = το όρθιο ξύλο της πλώρης ή της πρύμνης που είναι συνέχεια και κάμψη της καρίνας

σκάτζα = υποδοχή στο κύτος, πάνω στο σοτρόπι που δέχεται και στεριώνει το κάτω άκρο του καταρτιού

σοτρόπι = σανίδα ισχυρή, παράλληλη με την καρίνα που στεριώνεται μ’ αυτήν και κρατά τους νομείς (τα στραβόξυλα)

σκότα = το σχοινή στην άκρη του πανιού

φλόκα = μπροστινό τριγωνικό πανί, λέγεται και στάντζος